Άρης.

Ο Άρης είναι ο Έλληνας θεός του πολέμου. Είναι ένας από τους Δώδεκα Ολύμπιους, και γιος του Δία και της Ήρας. Εξαιτίας της ιδιαίτερης πολεμοχαρούς φύσης του αρκετοί συγγραφείς του 19ου αιώνα ισχυρίστηκαν ατεκμηρίωτα ότι ήταν ξένος θεός, καθώς θεωρούσαν ότι η ελληνική φαντασία αποκλείεται να δημιούργησε έναν τόσο άγριο θεό. Στους μύθους ο Άρης εμφανίζεται πολεμοχαρής και προκλητικός και εκπροσωπεί την παρορμητική φύση του πολέμου. Οι Έλληνες ήταν αμφίσημοι προς τον Άρη: αν και ενσωμάτωσε τη φυσική ανδρεία που είναι αναγκαία για την επιτυχία στον πόλεμο, ήταν μια επικίνδυνη δύναμη. Συντριπτικός, ακόρεστος στη μάχη, καταστροφικός, και ο άνθρωπος-σφαγέας. Ο Φόβος ο Δείμος ήταν προσδεμένοι στο άρμα μάχης του.

Στην Ιλιάδα, ο πατέρας του ο Δίας τον λέει ότι είναι ο πιο μισητός θεός σε αυτόν. Η αξία του σαν θεός του πολέμου τοποθετείται σε αμφιβολία: κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, ο Άρης ήταν στην πλευρά των ηττημένων, ενώ η Αθηνά, που συχνά απεικονίζεται στην ελληνική τέχνη ως κάτοχος Νίκης στο χέρι της, ευνόησε τους θριαμβευτικούς Έλληνες.

Ο Άρης παίζει έναν σχετικά περιορισμένο ρόλο στην ελληνική μυθολογία όπως αντιπροσωπεύεται στη λογοτεχνική αφήγηση, αν και αναφέρονται οι πολλές ερωτικές σχέσεις του και οι άφθονοι απόγονοι του. Όταν ο Άρης δεν εμφανίζεται στους μύθους, συνήθως αντιμετωπίζει ταπείνωση. Είναι γνωστός ως εραστής της Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, που ήταν παντρεμένη με τον Ήφαιστο, θεό της χειροτεχνίας. Η πιο διάσημη ιστορία που σχετίζεται με τον Άρη και την Αφροδίτη τους δείχνει να εκτίθενται μέσω μίας έξυπνης συσκευής του αδικημένου συζύγου της.

Χάρη στον γιο του τον Οινόμαο από την Στερόπη, ο Άρης έγινε πρόγονος ονομαστών προσώπων, όπως του Ατρέα, του Θυέστη, του Αγαμέμνονα, του Μενέλαου, του Αίγισθου, του Ορέστη, της Ηλέκτρας, του Πυλάδη, του Πιτθέα, του Θησέα, του Ιππόλυτου, της Ιφιγένειας, του Δημοφώντα, του Ακάμαντα, του Ευρυσθέα, του Αμφιτρύωνα, της Αλκμήνης, του Ιόλαου, του Ηρακλή, της Αδμήτης, του Κοπρέα, του Αλκάθοου και του Αία του Τελαμώνιου.

Από την κόρη του Αρμονία έγινε πρόγονος των απόγονων του Κάδμου, οι οποίοι είναι ο θεός Διόνυσος, το τέρας Σφίγγα και ονομαστά πρόσωπα, όπως η Σεμέλη-Θυώνη, η Ινώ-Λευκοθέα, ο Πενθέας, ο Ακταίωνας, ο Μελικέρτης-Παλαίμονας, ο Λάιος, ο Οιδίποδας, ο Οινοπίωνας, ο Στάφυλος, ο Θόας και ο Άνιος.

Από τον Θέστιο ο Άρης έγινε πρόγονος της Αλθαίας, της Λήδας, του Μελέαγρου, της Δηιάνειρας, του Τυδέα, του Διομήδη, της Ωραίας Ελένης, της Κλυταιμνήστρας, των Διοσκούρων και του Αμφιάραου. Από τον Φλεγύα ήταν πρόγονος του θεού Ασκληπιού.

Ιάσονας (Ιάσων)

Στην ελληνική μυθολογία ο Ιάσονας (Ιάσων) ήταν ο ήρωας που ηγήθηκε της Αργοναυτικής Εκστρατείας.

Ο Ιάσονας ήταν γιος του Αίσονα και της Πολυμήδης, της θείας του Οδυσσέα. Πάντως ως μητέρα του αναφέρεται και η Αλκιμήδη και, σύμφωνα με τους θεσσαλικούς μύθους, η Ροιώ. Ο Ιάσονας ήταν απόγονος του θεού Αιόλου. Ο Αίσονας, νόμιμος βασιλιάς της Ιωλκού, εκδιώχθηκε από τον ετεροθαλή αδελφό του, τον Πελία, ενώ άλλη εκδοχή λέει ότι ο Αίσονας εμπιστεύθηκε στον Πελία την εξουσία ώσπου να ενηλικιωθεί ο Ιάσων. Ο μικρός Ιάσονας ανατράφηκε στο Πήλιο από τον Κένταυρο Χείρωνα, που του δίδαξε και την Ιατρική.

Μόλις ενηλικιώθηκε, ο Ιάσονας πήρε τον δρόμο για την Ιωλκό. Στον δρόμο, καθώς επεχείρησε να περάσει ένα ποτάμι, έχασε το ένα του σανδάλι, οπότε εμφανίσθηκε στη γενέτειρά του «μονοσάνδαλος». Φορούσε το τομάρι ενός πάνθηρα και κρατούσε από μία λόγχη στο κάθε του χέρι. Φθάνοντας στο κέντρο της Ιωλκού τον είδε ο Πελίας, που εκείνη τη στιγμή τελούσε μία θυσία. Ο Πελίας τότε τρομοκρατήθηκε, επειδή ένας χρησμός του είχε πει να «φυλαχθεί από τον μονοσάνδαλο». Ο Ιάσονας έμεινε 5 ημέρες στο σπίτι του πατέρα του και στη συνέχεια πήγε στον Πελία και του ζήτησε την εξουσία. Μόλις ο Πελίας συνήλθε από τον φόβο του, ρώτησε τον Ιάσονα ποια τιμωρία θα επέβαλλε σε ένα σφετεριστή του θρόνου, οπότε ο Ιάσονας του αποκρίθηκε ότι θα τον έστελνε να φέρει το «Χρυσόμαλλο δέρας», την προβιά δηλαδή του φτερωτού κριαριού που είχε φυγαδεύσει τον Φρίξο και την Έλλη. Τότε ο Πελίας διέταξε τον Ιάσονα να εκτελέσει αυτή την αποστολή, άλλη παράδοση όμως αναφέρει ότι ο Ιάσονας πήρε μόνος του την απόφαση να πάει να φέρει το Δέρας: κατά τους ποιητές, η θεά Ήρα του ενέβαλε αυτή την ιδέα, με απώτερο στόχο να τιμωρήσει τον Πελία επειδή δεν την τιμούσε όπως εκείνη θα ήθελε.

Έρως.

Οι αρχαιολόγοι των ημερών μας δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη εξακριβωμένων αναπαραστάσεων του θεού που να χρονολογούνται πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ.. Δύο από τις πρώτες παραστάσεις του θεού Έρωτα βρίσκονται στο Μουσείο της Ακρόπολης, στην Αθήνα. Η πρώτη (χρονολογημένη στα 580 π.Χ.) είναι σε ένα όστρακο από μελανόμορφο σκύφο, όπου η θεά Αφροδίτη φαίνεται να κρατά στο χέρι της ένα αγόρι. Η δεύτερη (χρονολογημένη στα 570 π.Χ.) είναι σε ένα μελανόμορφο πλακίδιο, όπου πάλι η Αφροδίτη κρατά με ανάλογο τρόπο δύο αγόρια, τον Έρωτα και τον Ίμερο.

Οι πρώτες «αυτόνομες» εμφανίσεις του θεού Έρωτα στην τέχνη πραγματοποιούνται τον 5ο αιώνα π.Χ.. Ο Έρωτας εμφανίζεται ανεξάρτητος από άλλες θεότητες, σε διάφορες απεικονίσεις: άλλοτε πετάει, άλλοτε κοιμάται, άλλοτε ιππεύει ένα δελφίνι, άλλοτε κρατάει ένα λουλούδι. Αντικατοπτρίζοντας το μύθο που τον θέλει συνοδό και υπηρέτη της Αφροδίτης, σε πολλές παραστάσεις της περιόδου εκείνης ο Έρωτας εικονίζεται να βοηθά τη μητέρα του ή άλλες γυναίκες: να μεταφέρει για αυτές ρούχα ή πετσέτες, να τις βοηθάει στο χτένισμα και την περιποίησή τους, να λύνει ή να δένει τα λουριά των σανδαλιών τους.

Ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Έρωτας συμπεριλαμβάνεται και στον βακχικό κύκλο, εμφανίζεται δηλαδή σε απεικονίσεις ως πιστός ακόλουθος του θεού Διονύσου. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της Ελληνιστικής Περιόδου.

Ξεχωριστό κομμάτι στις διάφορες απεικονίσεις του Έρωτα που έχουν ανακαλυφθεί κατέχουν τα έργα που βρέθηκαν στην Πομπηία της Ιταλίας. Ανάμεσα στα έργα που ξεχωρίζουν είναι αυτά της «πώλησης Ερώτων», της τιμωρίας του Έρωτα και του Έρωτα ως μεταφορέα των όπλων του θεού Άρη. Ιδιαίτερου κάλλους θεωρούνται και τα γλυπτά της εποχής που αναπαριστούν τον θεό.

Στα ύστερα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, ο Έρωτας συχνά ταυτίζεται με το Πένθος ή τον Θάνατο. Εμφανίζεται να κρατάει δάδα, συνήθως στραμμένη προς το έδαφος. Πρόκειται για μία απεικόνιση που βρίσκει τις ρίζες της στη σχέση του θεού με τον βακχικό κύκλο. Την ίδια περίοδο ξεκινούν την εμφάνισή τους αναπαραστάσεις του Έρωτα, στις οποίες φαίνονται αποδεικτικά στοιχεία της νίκης του στη διαμάχη με τον Ηρακλή: ένα στεφάνι ή το ρόπαλο του ημίθεου.

Στη ρωμαϊκή τέχνη, η εικόνα του Έρωτα χρησιμοποιείται στην αρχιτεκτονική διακόσμηση, τις περισσότερες φορές με τη μορφή μικρού παιδιού.

Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Έρως ήταν ο θεός που ευθυνόταν για τον πόθο, την αγάπη και τη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ λατρευόταν και ως θεός της γονιμότητας. Μάλιστα, συχνά τον αναφέρουν ως «ελευθέριο», όπως και το Διόνυσο.

Υποστάσεις του Έρωτα

Στην αρχαιοελληνική μυθολογία υπάρχουν δύο βασικές υποστάσεις του Έρωτα: η παλιότερη θεότητα είναι αυτή που ενσαρκώνει όχι μόνο τη δύναμη της ερωτικής αγάπης αλλά και τη δημιουργική δύναμη της αεικίνητης φύσης, αποτελούσε το πρωτότοκο Φως που ευθύνεται για την ύπαρξη και την τάξη όλων των πραγμάτων στον Σύμπαν.

Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου, αυτή η μορφή του Έρωτα γεννήθηκε πριν από τους θεούς του Ολύμπου, όταν το Χάος γέννησε τη Γαία και τον Τάρταρο. Σύμφωνα με τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, «άνθισε» από ένα αυγό, καρπό της ένωσης της Νύχτας και του Σκότους.

Στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο Έρως λατρευόταν ως Πρωτόγονος, αυτός δηλαδή που γεννήθηκε πρώτος.

Από την άλλη πλευρά, αργότερα στα χρόνια της αρχαιότητας, ο Έρωτας προέκυψε ως γιος της Αφροδίτης (με πατέρα είτε τον Άρη, είτε τον Ήφαιστο).

Σύμφωνα με άλλες πηγές, γεννήθηκε μαζί με την Αφροδίτη, ενώ άλλοι τον θεωρούν γιο της Ίριδας και του Ζέφυρου.

Αυτή η μορφή του Έρωτα ανήκε στη συνοδεία της Αφροδίτης, δάμαζε την πρωταρχική δύναμη της αγάπης και την κατεύθυνε κατά τη θέλησή του προς τους θνητούς, ένας ρόλος που αρμόζει στον καρπό της ένωσης της «Αγάπης» (Αφροδίτη) είτε με τον «Πόλεμο» (Άρης) είτε με τη «Φωτιά» (Ήφαιστος).

Υπάρχουν μύθοι που τον θέλουν πανέμορφο στην όψη, αλλά και συχνή πηγή μπελάδων για τους θεούς και τους θνητούς. Άλλοι μύθοι παρουσιάζουν έναν Έρωτα με γνώση της τεράστιας δύναμής του, να αρνείται τις παρακλήσεις της μητέρας του και άλλων θεών να επέμβει στις ζωές των θνητων.

 

Εκάτη.

Κατά την Ελληνική Μυθολογία η Εκάτη εμφανίζεται σαν χθόνια θεότητα. Από γλωσσολογικής άποψης το όνομά της φαίνεται ότι είναι ελληνικό και σχετίζεται πιθανώς με το επίθετο εκατηβόλος που αποδιδόταν στον Απόλλωνα. Υπάρχουν τίτλοι της όπως το άγγελος και το φωσφόρος. Με τον δεύτερο τίτλο πολλές φορές ονομάζεται «φορέας του φωτός» (βλ. Ευριπίδου Ελένη).

Η Εκάτη, θεά της μαγικής τέχνης στον κάτω κόσμο, ήταν το μοναδικό παιδί των Τιτάνων Πέρση και Αστερίας. Από τους γονείς της κληρονόμησε δυνάμεις πάνω στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό. Βοήθησε τη θεά Δήμητρα στην αναζήτηση της Περσεφόνης και μετά την επανένωσή τους έγινε συνοδός της Περσεφόνης και σύντροφος του Άδη. Ήταν στενά συνδεδεμένη με τα Ελευσίνια μυστήρια.

Η Εκάτη συνήθως απεικονιζόταν σε σχέδια πάνω σε αγγεία κρατώντας 2 πυρσούς. Σε αγάλματα μερικές φορές απεικονιζόταν σε τριπλή μορφή. Άλλο όνομα με το οποίο ήταν γνωστή είναι Περσηίς.

Ο ποιητής της Θεογονίας, ο Ησίοδος, αναγνωρίζει στο πρόσωπό της την πανίσχυρη Κυρία των τριών βασιλείων: γης, ουρανού και θάλασσας. Λέει, ακόμη, πως η θεά ασκούσε την κυριαρχία της από την εποχή των Τιτάνων πριν πάρει την εξουσία ο Ζευς και η τάξη του. Ο νέος κυβερνήτης του κόσμου την τίμησε, αφήνοντάς την στο αρχικό μεγαλείο της.

Η Εκάτη βοηθά τους πολεμιστές στον πόλεμο και τους βασιλείς στην απονομή της δικαιοσύνης. Φέρνει τιμές στους αθλητικούς αγώνες, παραστέκει τους κυνηγούς και τους ψαράδες και μαζί με τον Ερμή, προστατεύει τα κοπάδια. Τέλος, αποκαλείται κουροτρόφος [1]

Σημαντική είναι η παρουσία της στον περίφημο μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης». Όπως και η Δήμητρα, ακούει τη φωνή του απαχθείσας κόρης. Τη συναντά κρατώντας φως στο χέρι της και ρωτάει τον απαγωγέα με λόγια που ανήκουν στη Δήμητρα, σύμφωνα με μια ορφική απόδοση ομηρικού ύμνου. Ο ποιητής μας λέει πως και οι δύο πηγαίνουν να βρουν τον Ήλιο, τον αυτόπτη μάρτυρα. Υφίστανται δύο αποδόσεις του μυθολογήματος. Στη μία πρωταγωνιστεί η Δήμητρα και στην άλλη η Εκάτη, που πηγαίνει μάλιστα και στον Κάτω Κόσμο για να αναζητήσει την Περσεφόνη. Αφού συναντηθούν η μητέρα με την κόρη, η Εκάτη εμφανίζεται για άλλη μια φορά στον ύμνο, για να παραλάβει την Κόρη και να μείνει για πάντα μαζί της. Η Εκάτη και η Περσεφόνη είναι το ίδιο αδιαχώριστες, όπως η Περσεφόνη και η Δήμητρα. Σύμφωνα με τον ύμνο, η Γαία, η Μητέρα Γη, δεν έχει καμία σχέση με τη Δήμητρα, καθώς θεωρείται συνένοχη του απαγωγέα.

Ο Αισχύλος τη συνδέει με τη Σελήνη και την παρουσιάζει ως Άρτεμι-Εκάτη, ενώ ο Ευριπίδης τη θεωρεί κόρη της Λητούς, και πρώτος στη Μήδεια την παρουσιάζει ως θεά προστάτιδα των μαγισσών. Η Εκάτη λοιπόν συνδέεται και συνταυτίζεται με τη Δήμητρα, την Περσεφόνη, τον Ερμή και τον Κάτω Κόσμο, τη Γη, τον Πάνα, την Κυβέλη και τους Κορύβαντες, τις Χάριτες στη μορφή που έχει ως προστάτης των καλλιεργειών και της γης. Ως Άρτεμις Ευπλοία αποκτά θαλάσσιο χαρακτήρα και συνδέεται με το ναυτικό επάγγελμα.

Η σχέση της Εκάτης με την Άρτεμι γίνεται φανερή από ένα μύθο του Εφέσου. Επειδή η γυναίκα του Εφέσου υποδέχθηκε άσχημα τη θεά και της αρνήθηκε τη φιλοξενία, η Άρτεμις τη μεταμόρφωσε για λίγο σε σκύλο. Όταν όμως πήρε πάλι την ανθρώπινη μορφή της, η γυναίκα του Εφέσου ένιωθε τόσο ντροπιασμένη, ώστε κρεμάστηκε. Η θεά την επανέφερε στη ζωή και εκείνη πήρε το όνομα της Εκάτης. Άγαλμα της Εκάτης είχε στηθεί κοντά στο ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος.

Στους ύστερους χρόνους δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη χθόνια υπόστασή της και στις μαγικές της ιδιότητες. Τότε εμφανίστηκε με τρομακτική μορφή όπως η Μέδουσα και οι Ερινύες. Με την εκδοχή αυτή συνδέονται οι οικιακοί καθαρμοί, τα οξυθύμια, με τα οποία διώχνονταν από το σπίτι τα κακά πνεύματα. Αφιερωμένος στην Εκάτη ήταν ο χώρος που βρισκόταν μπροστά από την πύλη του ναού, της πόλης ή του οίκου. Λατρευόταν για τις μαγικές της κυρίως ιδιότητες, για τη δύναμη που είχε να κρατάει μακριά από την καθημερινή ζωή το κακό.

Στον ελληνικό κόσμο η κλασική μορφή της Εκάτης στέκει αυστηρή και παράξενη, ανάγλυφη πάνω σε ένα τρίγωνο, με τα πρόσωπά της στραμμένα σε τρεις κατευθύνσεις. Οι Έλληνες προσπάθησαν να απαλλαγούν από την αυστηρότητα αυτών των αγαλμάτων διασπώντας την τρισυπόσταση θεότητα σε τρεις παρθένες χορεύτριες. Στις μεταγενέστερες εποχές, επέμειναν εντονότερα στην τρισυπόστατη όψη της θεότητας από ό,τι στην κλασική εποχή του Ησίοδου. Το γεγονός πως τα Εκάτεια τελούνταν σε τρίστρατα και πως αυτοί οι τόποι ήταν ειδικά αφιερωμένοι στην Εκάτη δεν αντιστρατεύεται στην ησιοδική ή κοσμική σύλληψη του αριθμού τρία. Όλα τα τρίστρατα προβάλλουν ξεκάθαρα τη δυνατότητα διαίρεσης του κόσμου σε τρία μέρη. Ταυτόχρονα η Εκάτη, ως κυρία των πνευμάτων, προειδοποίησε τους Έλληνες πως μια τριπλή διαίρεση θα δημιουργούσε αναγκαστικά δίπλα στον οργανωμένο κόσμο του Δία μια χαοτική περιοχή, στην οποία θα συνέχιζε να υπάρχει το αμορφοποίητο μέρος του αρχέγονου κόσμου ως Κάτω Κόσμος. Οι Έλληνες θεώρησαν πως η τριπλότητα της Εκάτης ήταν κάτι υποχθόνιο.

Σε προγενέστερες περιόδους, πριν ακόμη απολιθωθούν τα τρία πρόσωπα της Εκάτης στα γνωστά Εκάτεια, αυτές οι τρεις όψεις φαίνεται πως αποτελούσαν πολλές μορφές ή βασίλεια του κόσμου, πολλές δυνατές εξελίξεις της μιας και ίδιας συμπαγούς ιδέας. Έτσι, στη μορφή αυτής που προφανώς είναι η μικρότερη των θεαινών, η κατώτερη από τις τρεις, διακρίνεται μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στη Δήμητρα, την Κόρη και την Εκάτη. Από εδώ πηγάζει και η προφανής ιδέα του μυθολογήματος, όπως ξεδιπλώνεται στον ύμνο…………..

Ήφαιστος .

Ο Ήφαιστος είναι ο θεός της φωτιάς και της μεταλλουργίας στην ελληνική μυθολογία. Ήταν γιος του Δία και της Ήρας. Αυτό αναφέρεται στους ομηρικούς στίχους, τους οποίους ακολούθησαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ωστόσο, ο Ησίοδος παρουσιάζει τον θεό ως τέκνο της Ήρας και μόνο, που γεννήθηκε με παρθενογένεση, χωρίς τη συμμετοχή πατέρα.

 

«Το σιδηρουργείου του Ηφαίστου«, έργο του Ντιέγκο Βελάσκεθ.

Γεννήθηκε άσχημος και παραμορφωμένος, τόσο που η ίδια η μητέρα του, η Ήρα, τον πέταξε από τον Όλυμπο από τη ντροπή της. Ο θεός-βρέφος έπεσε στη θάλασσα, όπου τον περισυνέλεξαν η Θέτις και η Ευρυνόμη, οι οποίες τον ανέθρεψαν για εννέα χρόνια. Μόλις μεγάλωσε, ο θεός έστησε αμέσως το πρώτο του σιδηρουργείο στον βυθό του Αιγαίου, σφυρηλατώντας εκεί όμορφα αντικείμενα για τις δύο αυτές θεότητες.

Μια μέρα, η Ήρα, ζηλεύοντας τα κοσμήματα της Θέτιδας, ρώτησε επίμονα τη Νηρηίδα για την προέλευσή τους και, όταν ανακάλυψε ότι τα είχε φιλοτεχνήσει ο γιος που η ίδια είχε περιφρονήσει, πήγε, τον πήρε μαζί της και τον ξανάφερε στο βουνό των θεών. Εκεί, του προσέφερε ένα σιδηρουργείο με 20 φυσερά και του έδωσε για σύζυγο την πανέμορφη Αφροδίτη.

 

Η επιστροφή του Ηφαίστου στον Όλυμπο με τον Διόνυσο και τον θίασό του.

Σχετικά με την επάνοδο του ΄Ηφαιστου στις κορφές του Ολύμπου υπάρχει και άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία έστειλε δώρο στη μητέρα του ένα μοναδικής τέχνης θρόνο, στον οποίο μόλις κάθισε εκείνη παγιδεύθηκε αυτόματα από αόρατα δεσμά και υποχρεώθηκε να ζητήσει τη βοήθεια του περιφρονημένου γιου της προκειμένου να ελευθερωθεί.

Στην Ιλιάδα η Αφροδίτη εμφανίζεται να απατά τον Ήφαιστο με τον γοητευτικό Άρη πάνω στη συζυγική του κλίνη, όπου όμως ο άσχημος όσο και έξυπνος θεός της φωτιάς τους αιφνιδιάζει μια μέρα παγιδεύοντάς τους σε ένα λεπτό χρυσό δίχτυ και μετά τους εκθέτει μπροστά σε όλους τους άλλους θεούς. Ο Ησίοδος πάντως εμφανίζει ως σύζυγο του Ηφαίστου την Αγλαΐα, τη νεότερη από τις Χάριτες.

Σε κάποιο μεταγενέστερο επεισόδιο, ο Δίας ξανάριξε τον θεό-σιδηρουργό από την κατοικία των θεών, επειδή αυτός είχε σπεύσει να βοηθήσει την Ήρα, όταν εκείνη ήταν κρεμασμένη από τον ουράνιο θόλο, τιμωρημένη για τη θύελλα που είχε στείλει κατά του Ηρακλή. Αυτή τη φορά, η μοίρα του Ηφαίστου ήταν να πέσει σε ξηρά, στη νήσο Λήμνο, όπου τον βρήκαν το δειλινό, εξαντλημένο και με σπασμένα και τα δυο του πόδια από την πτώση στο σκληρό έδαφος, οι Σίντιες. Η περίθαλψη και η φιλοξενία των φτωχών αυτών ανθρώπων κατέστησε από τότε το νησί τους τον αγαπημένο τόπο του θεού πάνω στη γη των θνητών. Εκεί, πάνω στο όρος Μόσυχλον, ξανάφτιαξε το, μόνιμο αυτή τη φορά, εργαστήρι του. Εκεί θα δημιουργήσει πολλά έξοχα αντικείμενα που του παραγγέλλουν οι θεοί, καθώς και όπλα για μερικούς ανθρώπους.

Ανάμεσα στα χειροτεχνήματα του Ηφαίστου ξεχωρίζει η πήλινη γυναίκα, η Πανδώρα, την οποία ο Δίας έδωσε ως σύζυγο στον Επιμηθέα για να τον εκδικηθεί εξαιτίας της προσβολής που του είχε κάνει ο αδελφός του Προμηθέας με το κλέψιμο της φωτιάς.

Ήφαιστος και ηφαίστεια

Το όνομα του Ηφαίστου δόθηκε στα «ηφαίστεια όρη», τα γνωστά σήμερα στη Γεωλογία ως ηφαίστεια, που με τη σειρά τους βάπτισαν και ολόκληρο κλάδο της, την Ηφαιστειολογία. Είναι προφανές το γιατί οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι κάτω από ένα βουνό που έβγαζε καπνό, φωτιά και επιπλέον βροντώδεις ήχους είχε το σιδηρουργείο του ένας θεός. Για τον ίδιο λόγο, εκτός από το Μόσυχλο (που επί αιώνες εξέπεμπε αναθυμιάσεις), άλλες εκδοχές θέλουν το σιδηρουργείο

Απόλλων .

 

 

Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Φρεσκογραφία στον, Οίκο του Αυγούστου στην Ρώμη, περ. 20 π.Χ.

 

Άγαλμα του Απόλλωνα σε κάποιο πάρκο στην Ευρώπη.

Ο Απόλλωνας είναι Μέγας θεός του Ελληνικού Πανθέου (Απλών στη θεσσαλική διάλεκτο), με γύρω στις 350 επικλήσεις, προσωνύμια και τοπικές λατρείες του, θεραπευτής, μάντης και ηλιακός («Φοίβος»). Πιθανότατα να αποτέλεσε έμπνευση για το θεό Απλού στην ετρουσκική μυθολογία.

Γεννήθηκε από το θεό Δία (που στις επικλήσεις του αίθριος, ανέφελος, υψινεφής, αλληγορείται σε αέρα και ουρανό) και τη θεομητρική θεότητα Λητώ (που αλληγορείται στο αστροφώτιστο νυκτερινό στερέωμα). Η επίκλησή του «Δήλιος» σημαίνει φυσικά όχι μόνον τον γεννηθέντα στη νήσο Δήλο, αλλά και τον Θεό που κάνει δήλα και ορατά τα πάντα, αλλά και τα πάντα ορά («πανδερκές έχων φαεσίμβροτον όμμα» σύμφωνα με τον 34ο Ορφικό Ύμνο, δηλαδή ως ο θεός που η ματιά του φωτίζει τους θνητούς και παρατηρεί τα πάντα).

Από τη δοξασία ότι αιτία όλων των γινομένων είναι ο Ήλιος, του οποίου το φως εισχωρεί στις κρυμμένες αιτίες, ο (σύμφωνα με τους μαγικούς παπύρους της συλλογής Papyri Graecae Magicae) «τηλεσκόπος και κοίρανος κόσμου» θεός Φοίβος Απόλλων σχετίζεται στενά με τις λειτουργίες της λεγόμενης Ειμαρμένης και των Μοιρών, ως Θεός μαντευτής (Αγνόμαντις, Αληθής, Δαφναίος, Μαντικός, Μοιραγέτης, Λοξίας, Προόψιος, Τριποδιλάλος). Η μαντική ιδιότητα του Απόλλωνα εξηγείται και από το γεγονός ότι η μουσικοπαραγωγός ιδιότητά του, όπως θα δούμε παρακάτω, του επιτρέπει πλήρη διαύγεια όρασης στα διάφορα σημεία της χρονικής κίνησης, της οποίας χρονικής κίνησης στυλοβάτης και γεννήτωρ είναι ο Ρυθμός, ένα τμήμα του τρισυπόστατου (Ρυθμός, Μελωδία, Αρμονία) που ορίζει τη Μουσική.

Ο θεός Απόλλων σχετιζόταν με τη Νεότητα και το Κάλλος (επειδή ως Ήλιος ξεπροβάλλει αιωνίως νέος την κάθε αυγή και στη συνέχεια με το φως του καταδεικνύει όλα τα επί γης ωραία και «θαυμαστά». Σχετικές επικλήσεις του οι Κουροτρόφος, Ολβιουργός, Τελειότατος, Φάνης, Χαροποιός), με την Ιατρική και τη Θεραπευτική (επειδή το ηλιακό φως χαρίζει υγεία, απολυμαίνει, και επίσης αυξάνει τα υγιεινά και θεραπευτικά φυτά. Σχετικές επικλήσεις του οι Παίων, Αλεξίκακος, Ηπιόχειρ, Ιατρός), με τη Μουσική (επειδή ό,τι φωτίζεται δονείται ως τμήμα της Συμπαντικής Μουσικής) και την κάθε είδους εικαστική δημιουργία (κύριος των Μουσών, Θεός Μουσαγέτης ή Μουσηγέτης. Σχετικές επικλήσεις του οι Μουσικός, Κιθαρωδός, Μουσαγέτης).

Ιερά φυτά του η δάφνη, ο ηλίανθος, η άρκευθος, η μυρίκη, το ηλιοτρόπιο και ο υάκινθος. Η Δάφνη είναι η νύμφη κόρη του ποταμού Πηνειού, που αγάπησε ο μεγάλος Έλληνας θεός όμως χωρίς μεγάλη επιτυχία. Έτσι μετά από θερμή επίκλησή της στη Γαία μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό. Ο Απόλλων παρά του ότι δε βρήκε ανταπόκριση στο ερωτικό του κάλεσμα στη Δάφνη την τίμησε κάνοντάς την το γνωστότερο ιερό του φυτό. Ο Υάκινθος αποτελεί επίσης ένα αγαπημένο πρόσωπο για το θεό του Ήλιου. Ο Απόλλων και ο Υάκινθος έπαιζαν με ένα χρυσό δίσκο και ο Ζέφυρος φύσηξε και χτύπησε θανατηφόρα τον πανέμορφο νέο. Τότε ο Απόλλων από το αίμα του έφτιαξε το Ιερό του φυτό. Ιερά σύμβολά του ο Τρίπους, η Κιθάρα και το τόξο ή βέλος. Ιερά ζώα ο λύκος, το γεράκι, ο κύκνος, το κοράκι, ο πετεινός, ο τζίτζικας, το δελφίνι και το κριάρι. Ιερό λατρευτικό χρώμα του το Χρυσό. Όπως και στη Θεά Αθηνά, ιερός αριθμός του είναι το Επτά (δηλαδή ο αριθμός της πληρότητας, του πνεύματος και του μακροκόσμου). Άλλες γνωστότερες επικλήσεις του οι Αγραίος, Αγρέτης, Άκτιος, Αμυκλαίος, Γεννήτωρ, Δειραδιώτης, Διονυσοδότης, Εναγώνιος, Επάκυιος, Ήλιος, Κάρνειος, Κιθαρωδός, Κουροτρόφος, Νόμιος, Ογκαίος, Ογκεάτας, Πτώος, Πύθιος, Σπόνδιος, Τμώος,Τυρίτης, Υπερβόρειος κ.ά.

Τοπικές ονομασίες

Στην αρχαία Κρήτη ο θεός Απόλλων ονομάζονταν Ταρραίος Απόλλων μετά την επικράτηση των Δωριέων από το όνομα της αρχαίας πόλης Τάρρα, όπου και είχε καταστεί το μεγαλύτερο κέντρο λατρείας του στο νησί.

Κατά τους δωρικούς μύθους, στην Κρήτη ο Απόλλωνας ζήτησε εξιλαστήριο καθαρμό για το φόνο του δράκοντα Πύθων

Ποσειδώνας.

Στην Ελληνική μυθολογία ο Ποσειδώνας είναι ο θεός της στεριάς και της θάλασσας (και για αυτό ονομάζονταν και Πελαγαίος), των ποταμών, των πηγών και των πόσιμων νερών.

Γιος του Κρόνου και της Ρέας και αδελφός του Δία κατοικούσε πότε στον Όλυμπο και πότε στο παλάτι του στα βάθη της θάλασσας, όπου ζούσε και η γυναίκα του, η Νηρηίδα Αμφιτρίτη. Κατά μια εκδοχή μεγάλωσε στη Ρόδο όπου, μετά την ένωσή τους με την Αλία, αδελφή των Τελχινών, γεννήθηκαν έξι γιοι και μια κόρη, η Ρόδη, που έδωσε το όνομά της στο νησί. Ήταν πατέρας ακόμα του Θησέα, αλλά και του Προκρούστη και του Σκίρωνα και γιγάντων: των δίδυμων Ώτου και Εφιάλτη (από την ένωσή του με την Ιφιμέδεια, κόρη του βασιλιά της Θεσσαλίας), του Τιτυού (από την Ελαρά, κόρη του Ορχομενού και του Ωρίωνα (από την Ευρυάλη, κόρη του Μίνωα. Θεωρούνταν ακόμα εξημερωτής του πρώτου αλόγου αλλά και γεννήτορας του μυθικού αλόγου Πήγασου.

Το όνομα του θεού Nethuns είναι ετρουσκικό και υιοθετήθηκε στα λατινικά για τον Ποσειδώνα στη ρωμαϊκή μυθολογία (Νεπτούνους). Και οι δύο ήταν θεοί της θάλασσας ανάλογοι με τον Ποσειδώνα. Σύμφωνα με σωζόμενες επιγραφές, ο Ποσειδών λατρευόταν στην Πύλο και στη Θήβα και ενσωματώθηκε στους θεούς του Ολύμπου ως αδελφός του Δία και του Άδη. Ο Ποσειδών απέκτησε πολλά παιδιά. Υπάρχει ένας ομηρικός ύμνος στον Ποσειδώνα, ο οποίος ήταν ο προστάτης πολλών ελληνικών πόλεων, αν και έχασε το διαγωνισμό για την Αθήνα από την Αθηνά.

Σαν θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας ταξίδευε με το χρυσό άρμα του πάνω στα κύματα, που άνοιγαν χαρούμενα στο πέρασμά του, ενώ γύρω του έπαιζαν δελφίνια. Με την τρίαινά του μπορούσε τόσο να δημιουργεί τρικυμίες όσο και να ηρεμεί τα νερά. Θεωρούνταν προστάτης των ναυτικών και των ψαράδων κι ακόμα, σαν υπεύθυνο για γεωλογικά φαινόμενα όπως τους σεισμούς, του προσφέρονταν θυσίες και επικλήσεις για τη σταθερότητα του εδάφους και την ασφάλεια των κτιρίων, ενώ τιμούνταν και με ιπποδρομίες. Σύμβολά του ήταν η τρίαινα, το ψάρι (συνήθως τόννος ή δελφίνι) και σπανιότερα το άλογο ή ο ταύρος.

 

Άγαλμα του Ποσειδώνα στο Μπρίστολ.

Λατρεία

Ο Ποσειδών ήταν σημαντικός θεός διάφορων πόλεων: στην Αθήνα, ήταν δεύτερος μόνο μετά την Αθηνά σε σημασία, ενώ στην Κόρινθο και σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας ήταν ο προϊστάμενος θεός της πόλης. Στην καλοκάγαθη πτυχή του, ο Ποσειδών παρουσιαζόταν δημιουργώντας νέα νησιά και προσφέροντας ήρεμες θάλασσες. Όταν όμως οργιζόταν, χτυπούσε το έδαφος με την τρίαινά του και προκαλούσε χάος, σεισμούς, ναυάγια και πνιγμούς στη θάλασσα. Στην Οδύσσεια, η μνησικακία του Ποσειδώνα ενάντια στον Οδυσσέα απέτρεψε τον πολυμήχανο ήρωα από την άφιξή του στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Οι ναυτικοί προσεύχονταν στον Ποσειδώνα για ένα ασφαλές ταξίδι, πνίγοντας μερικές φορές άλογα ως θυσία.

Σύμφωνα με τον Παυσανία[1], ο Ποσειδών ήταν ένας από τους επιστάτες του χρησμού στους Δελφούς προτού να τους αναλάβει ο Ολύμπιος Απόλλωνας. Απόλλωνας και Ποσειδών λειτούργησαν στενά σε πολλά σημεία: στην αποίκιση, παραδείγματος χάριν. Ο Δελφικός Απόλλωνας παρείχε την έγκριση την εγκατάσταση ανθρώπων σε αποικίες, ενώ ο Ποσειδών πέρα από τους αποίκους βοήθησε δίνοντάς τους το εξαγνιστικό ύδωρ για τη θυσία που αφορούσε την ίδρυση της αποικίας. Η Ανάβασις του Ξενοφώντα περιγράφει μια ομάδα στρατιωτών στο 400-399 π.Χ. τραγουδώντας στον Ποσειδώνα έναν παιάνα, ένα είδος ύμνου που τραγουδιέται κανονικά για τον Απόλλωνα. Όπως ο Διόνυσος, ο οποίος επηρέαζε τις μαινάδες, και ο Ποσειδών προκάλεσε ορισμένες μορφές διανοητικής διαταραχής. Ένα ιπποκράτειο κείμενο του 400 π.Χ., στις ιερές Αρρώστιες λέει ότι κατηγορήθηκε για ορισμένους τύπους επιληψιών.

Παραπομπές

  1. Παυσανία Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίο Ι’, κεφ. 5,5

Ηρακλής.

 

Ο Ηρακλής ή Αλκαίος ή Αλκείδης (στην αρχ. ελλ. Ἡρακλῆς) ήταν αρχαίος μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Γεννήθηκε στη Θήβα και ήταν γιος του Δία και της Αλκμήνης, απόγονος του Π

Ο μύθος

Η μητέρα του Αλκμήνη ήταν παντρεμένη με τον Αμφιτρύωνα, με τον οποίον κατέφυγαν στη Θήβα, επειδή ο Αμφιτρύωνας είχε δολοφονήσει τον Ηλεκτρύωνα κατά λάθος (πατέρα της Αλκμήνης και γιο του Περσέα). Ο Δίας πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα και κοιμήθηκε με την Αλκμήνη. Πριν γεννηθεί ακόμα ο Ηρακλής, ο Δίας ανήγγειλε στους Θεούς ότι θα γεννηθεί από την Αλκμήνη απόγονος του Περσέα, που θα βασιλεύσει στον Θρόνο των Περσίδων.

Όταν γεννήθηκε ο Ηρακλής, η Ήρα, η γυναίκα του Δία, η οποία τον ζήλευε για τις απιστίες του, έστειλε στην κούνια του δύο φίδια, αλλά το βρέφος τα στραγγάλισε. Ο θετός πατέρας του Ηρακλή, ο Αμφιτρύωνας, ο οποίος ανέλαβε να τον μεγαλώσει, τον δίδαξε την τέχνη του ηνιόχου, ο Κάστορας του δίδαξε την οπλασκία, ο Αίλυκος την πάλη, ο Εύρυτος το τόξο, ο κένταυρος Χείρωνας τις Επιστήμες και ο Λίνος τη Μουσική.

 

Ο Ηρακλής παλεύει με το λιοντάρι της Νεμέας. Λευκή λήκυθος του «Ζωγράφου του Διόσφου», πρώτο τέταρτο 5ου αι. π.Χ. Μουσείο του Λούβρου

Ο μύθος που σώθηκε από τον Ξενοφώντα, μας διηγείται το περιστατικό εκείνο, όταν ο Ηρακλής καθισμένος σε κάποιο σταυροδρόμι, είδε να περνούν από μπροστά του δύο πανέμορφες κοπέλες. Η μια του έδειξε έναν εύκολο δρόμο, φαρδύ και ίσιο, που αν τον ακολουθούσε, θα χαιρόταν τη ζωή, αλλά θα έκανε ένα σωρό κακές πράξεις που θα τον καταδίκαζαν στην κρίση των ανθρώπων. Αυτή ήταν η Κακία. Η άλλη κόρη, η Αρετή, του έδειξε ένα δύσκολο δρόμο, γεμάτο κοφτερές πέτρες και αγκάθια, στενό και δύσβατο, που θα τον βάδιζε δύσκολα, αλλά θα κέρδιζε στο τέλος του την αναγνώριση από τους συνανθρώπους του. Έτσι ο Ηρακλής ακολούθησε την Αρετή, προτιμώντας να υποφέρει για να διαβεί το δύσβατο δρόμο της, αλλά να γνωρίσει τη δόξα και την τιμή με τις καλές του πράξεις και την αρετή του.

Ως έφηβος προκάλεσε τον πόλεμο μεταξύ της Θήβας με το βασίλειο του Ορχομενού. Ως ανταμοιβή για τη νίκη του εναντίον του Ορχομενού, πήρε για γυναίκα του τη Μεγάρα, κόρη του βασιλιά της Θήβας, με την οποία απέκτησε τρία (κατ’ άλλους περισσότερα) παιδιά. Η Ήρα όμως τον τρέλανε, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Όταν συνειδητοποίησε τι έκανε, αποφάσισε να πάει στο Μαντείο των Δελφών για να πάρει χρησμό, ώστε να μάθει με ποιον τρόπο θα μπορούσε να εξαγνισθεί. Σύμφωνα με τον χρησμό, έπρεπε να υπηρετήσει για δώδεκα χρόνια τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας, και να πραγματοποιήσει τους άθλους που θα του πρόσταζε εκείνος.

Στο πλαίσιο των άθλων, ο Ηρακλής σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας, σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, έπιασε το γοργό ελάφι της Κερύνειας, σκότωσε τον Ερυμάνθιο Κάπρο, καθάρισε τους στάβλους του Αυγεία, σκότωσε τις Στυμφαλίδες Όρνιθες, έπιασε τον άγριο ταύρο της Κρήτης, έκλεψε τα άγρια άλογα του Διομήδη, πήρε τη ζώνη της Ιππολύτης, έφερε τα βόδια του Γηρυόνη στον Ευρυσθέα, άρπαξε τα μήλα των Εσπερίδων, και τέλος έφερε τον Κέρβερο από τον Άδη.

Εκτός από τους άθλους, ο Ηρακλής πραγματοποίησε κι άλλα μυθικά κατορθώματα.

  • Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία κι ελευθέρωσε την Ησιόνη, κόρη του Τρώα βασιλιά Λαομέδοντα, από ένα θαλάσσιο τέρας. Δεν συνέχισε όμως μέχρι τέλους την εκστρατεία.
  • Στη Λιβύη νίκησε τον γίγαντα Ανταίο, γιο του Ποσειδώνα και της Γης, ο οποίος ήταν πολύ δυνατός, επειδή έπαιρνε δύναμη πατώντας στη Γη, το κορμί της μητέρας του. Ο Ηρακλής, καταλαβαίνοντας σε τι οφειλόταν η δύναμή του, τον σήκωσε στον αέρα με τα δυνατά μπράτσα του και τον έπνιξε χωρίς δυσκολία.
  • Ύστερα από αυτό το κατόρθωμα, ο Ηρακλής, κουρασμένος, έπεσε να κοιμηθεί. Τότε οι Πυγμαίοι, ένας λαός νάνων, τον αλυσόδεσαν και τον κάρφωσαν στη γη. Όταν ξύπνησε ο Ηρακλής, τινάχτηκε επάνω κι αρπάζοντάς τους στη χούφτα του, τους τύλιξε όλους στο τομάρι του λέοντα της Νεμέας που φορούσε.

 

Ο Ηρακλής πιάνει το ελάφι της Κερύνειας. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας περ. 530–520 π.Χ.

  • Ο Ηρακλής ελευθέρωσε ακόμα και τον Προμηθέα, που τον είχε δέσει ο Δίας στον Καύκασο για να τον τιμωρήσει επειδή είχε χαρίσει στους ανθρώπους το μυστικό της φωτιάς και σκότωσε τον αετό που έτρωγε το σικώτι του Τιτάνα.
  • Αυτός έφερε την Άλκηστη από τον Άδη, αφού πάλεψε με τον Χάρο και την ελευθέρωσε. Η Άλκηστη ήταν γυναίκα του βασιλιά των Φερών Αδμήτου, η οποία, για να σώσει τον άντρα της, δέχτηκε να πεθάνει αντί γι’ αυτόν. Ο Ηρακλής έτυχε να περνά εκείνες τις μέρες από τις Φερές και πέρασε να επισκεφτεί τον φίλο του τον βασιλιά. Μαθαίνοντας τη μεγάλη συμφορά που είχε βρει το παλάτι του, έτρεξε και, προλαβαίνοντας τον Χάρο, πάλεψε μαζί του κι έφερε στη ζωή ξανά την όμορφη Άλκηστη.
  • Ο Ηρακλής σκότωσε, ακόμα, για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την τυραννία, τον αιμοβόρο τύραννο της Αιγύπτου Βούσιρι.
  • Ελευθέρωσε τον Θησέα από τη φυλακή του βασιλιά των Μολοσσών στην Ήπειρο.
  • Το τελευταίο κατόρθωμα του Ηρακλή ήταν ο φόνος του κενταύρου Νέσσου, ο οποίος προσπάθησε να κλέψει τη γυναίκα του ήρωα, την όμορφη Δηιάνειρα.

Το τέλος του ήρωα

Αφροδίτη της Μήλου .

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι ένα πολύ γνωστό μαρμάρινο άγαλμα, της ελληνιστικής εποχής, το οποίο βρέθηκε την άνοιξη του 1820 σε αγροτική περιοχή της Μήλου, σε θέση αρχαίου οικισμού, από έναν αγρότη που λεγόταν κατά πάσα πιθανότητα Θεόδωρος ή Γεώργιος Κεντρωτάς. Ο ίδιος, λόγω των πολλών πιέσεων που δέχτηκε (από Γάλλους αρχαιολόγους και διπλωμάτες, από τους Έλληνες προκρίτους του νησιού και από τον δραγουμάνο Μουρούζη που εκπροσωπούσε και την Υψηλή Πύλη, δηλαδή την κυβέρνηση των Οθωμανών) μάλλον δεν μπόρεσε να κερδίσει κάτι σημαντικό από το εύρημά του, αν και οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ότι πήρε 400 γρόσια. Το άγαλμα, που βρέθηκε σε πάνω από 6 χωριστά κομμάτια, κατέληξε ένα χρόνο αργότερα στο Μουσείο του Λούβρου, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα. Στο μουσείο της Μήλου υπάρχει ένα πιστό αντίγραφό του, το οποίο έστειλε αργότερα ως δωρεά το Λούβρο.

Το άγαλμα

 

Λεπτομέρειες από τη δεξιά πλευρά, όπου στο μπράτσο φαίνονται σημάδια από το κόσμημα που λείπει και κάτω από το μαστό τρύπα για τη σύνδεση και στήριξη του απωλεσθέντος δεξιού χεριού στον κορμό

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι από Παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 2,02 μ. Χρονολογείται γύρω στο 100 π.Χ. και παριστάνει την Αφροδίτη παρότι αρχικά κάποιοι θεωρούσαν ότι μπορεί να παριστάνει και την Αμφιτρίτη. Βρέθηκε ακρωτηριασμένο και εικάζεται πως η θεά στο αριστερό της χέρι κρατούσε μήλο ή καθρέφτη ή ότι με τα δύο χέρια της κρατούσε την ασπίδα του Άρη. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι δεν έκανε τίποτε από αυτά και ότι ήταν έτοιμη να λουστεί. Για τα χέρια της υπάρχει ο μύθος ότι έσπασαν πάνω σε καβγά Γάλλων αρχαιολόγων και Ελλήνων κατά τη μεταφορά του αγάλματος, αλλά αυτό δεν ευσταθεί γιατί το έργο είχε βρεθεί εξαρχής δίχως τα χέρια. Εκείνο που πιθανόν αληθεύει είναι ότι τμήματα των χεριών είχαν βρεθεί σε διάφορα σημεία και ότι το αριστερό κρατούσε μήλο, αλλά χάθηκε κατά τη μεταφορά ή ότι επάνω στη συμπλοκή (η οποία όντως συνέβη για την απόκτησή της), κάποια από αυτά τα κομμάτια που συνόδευαν το γλυπτό (όπως το αριστερό χέρι) έπεσαν στη θάλασσα από τα βράχια και χάθηκαν για πάντα.

Η Αφροδίτη της Μήλου θεωρείται ένα καταπληκτικό έργο της ελληνιστικής τέχνης, συνδυάζοντας αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα. Χρονολογείται γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ. Άλλοτε θεωρείτο έργο του Πραξιτέλη, σήμερα όμως είναι σαφές ότι ο δημιουργός της είναι άλλος. Είναι σήμα κατατεθέν της Μήλου ή προσδιοριστικό στοιχείο του τουρισμού της και οπωσδήποτε ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα του Λούβρου.

Ποιος το βρήκε

Ο αγρότης που βρήκε το άγαλμα στο χωράφι του αναφέρεται με διάφορα ονόματα[1]: αλλού ως Γεώργιος Κεντρωτάς[2], αλλού ως Θεόδωρος Κεντρωτάς, «εκτιμητής αξίας χωραφιών», δηλαδή κάτι σαν μεσίτης της εποχής[3] και αλλού ως Μποτόνης. Είναι πιθανό στη μικρή κοινωνία της Μήλου να βρήκε το άγαλμα ένα μέλος της οικογένειας Κεντρωτά, αλλά στη συνέχεια να αναμίχθηκαν στις εκσκαφές και στις διαπραγματεύσεις πώλησης και συγγενείς του, από όπου και προέκυψε ίσως η σύγχυση. Ο Κεντρωτάς, αν ήταν ο Θεόδωρος, πέθανε το 1846 και ο Γεώργιος νωρίτερα.

Αν ήταν ο Θεόδωρος, τότε ίσως να μην πήρε ποτέ τα 400 ή 1.000 ή 7.000 γρόσια που φέρονται να πλήρωσαν οι Γάλλοι, γιατί βρέθηκε η διαθήκη του και ανέφερε μόνον τρεις πεζούλες ή χωράφια. Το ποσό αυτό δηλαδή (έστω και των 400 γροσιών) ήταν σχετικά σημαντικό για την εποχή εκείνη αφού 1.000 γρόσια ήταν ο ετήσιος μισθός των δημογερόντων. Φυσικά δεν ήταν διόλου δίκαιο για την αξία του αγάλματος, αλλά πάντως όποιος το είχε πάρει -αν το πήρε μόνον ένας- θα ήταν πια σχετικά εύπορος. Φυσικά δεν αποκλείεται τα χρήματα να δόθηκαν στην οικογένεια Κεντρωτά και να δαπανήθηκαν κατά διάφορους τρόπους. Άλλη εκδοχή είναι ότι οι Γάλλοι έδωσαν τα χρήματα στους δημογέροντες και προκρίτους του νησιού.

Πώς το βρήκε

 

Ο χώρος όπου βρέθηκε το άγαλμα

Στις 8 Απριλίου του 1820 (και 28 Μαρτίου με το παλιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στη Μήλο) ο Κεντρωτάς φέρεται να έσκαβε στο πεζούλι του και έβγαζε πέτρες από αρχαία ερείπια που υπήρχαν εκεί. Τον βοηθούσε πιθανόν ο 18χρονος γιος του Αντώνης και ένας 20χρονος ανηψιός του. Λίγο πιο πέρα Γάλλοι αξιωματικοί έκαναν ανασκαφές για αρχαία. Όταν ο Κεντρωτάς βρήκε πελεκημένο μάρμαρο έτρεξαν να τον βοηθήσουν δύο Γάλλοι ναύτες που συμμετείχαν στις γειτονικές ανασκαφές.Ο Κεντρωτάς προσπάθησε να ξανακαλύψει το άγαλμα γιατί φοβήθηκε ότι οι Γάλλοι θα το άρπαζαν ή θα απαιτούσαν να το αγοράσουν πιο φτηνά-δεν στάθηκε δηλαδή τόσο αφελής όσο τον παρουσιάζει ο μύθος. Οι Γάλλοι, από αυτά που γράφουν αργότερα σε επιστολές τους, φαίνεται πως τον θεωρούν ανόητο επειδή προφανώς ο Κεντρωτάς άρχισε να συμπεριφέρεται επίτηδες με περιφρόνηση για τα ευρήματα ώστε να τους ξαποστείλει και να εκμεταλλευτεί το άγαλμα αργότερα με την ησυχία του χωρίς την φορτική παρουσία και τις πιέσεις που σωστά πίστευε ότι θα του ασκούσαν. Εντούτοις οι Γάλλοι δεν «ξεκολλούσαν» με τίποτε από την περιοχή και τον πίεζαν να συνεχίσουν όλοι μαζί το σκάψιμο, ώσπου βρέθηκε και το δεύτερο τμήμα του αγάλματος, οπότε πια ο Κεντρωτάς δεν μπορούσε να παριστάνει τον ανήξερο, αλλά ούτε και να περιφρουρήσει το έργο που είχε βρει στο χωράφι του.

Έκανε μια προσπάθεια πάντως να το διαφυλάξει και το μετέφερε στη στάνη του, όμως ο «πυρετός αρχαιοτήτων» είχε ήδη καταλάβει τους Γάλλους και επικοινωνούσαν με προξένους και πρεσβευτές της πατρίδας τους στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αλλού.

Επικεφαλής των Γάλλων που έκαναν ανασκαφές δίπλα στο χωράφι του Κεντρωτά και αναμίχθηκε στις εκσκαφές ήταν ο νεαρός τότε αξιωματικός Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier, 1796-1877) που στη συνέχεια επισήμως παραιτήθηκε από το γαλλικό ναυτικό και πολέμησε με το πλευρό των Ελλήνων στην επανάσταση του 1821. Ο Βουτιέ που είχε σπουδάσει λίγη αρχαιολογία άρχισε να σχεδιάζει αμέσως το εύρημα και ειδοποίησε πατριώτες του για την μεγάλη ανακάλυψη, επειδή ο ίδιος δεν είχε αρκετά χρήματα για να το αγοράσει και κάποιοι είχαν κιόλας προτείνει στον Κεντρωτά αμοιβή 1.000 γροσιών. Ενημέρωσε επίσης ότι κοντά στο άγαλμα βρέθηκαν δύο αφιερώσεις ή Ερμές, μια ενός ηλικιωμένου και μία ενός νέου, όπως και πλίνθος (βάση δηλαδή) και κομμάτι με επιγραφή που ανέφερε το όνομα του γλύπτη. Επίσης βρέθηκαν τμήματα του αριστερού χεριού, πολύ φθαρμένα, που φαινόταν να κρατούν μήλο, και οι Γάλλοι όπως και οι ντόπιοι νόμισαν ότι ίσως ανήκαν σε άλλο άγαλμα και είχαν βρεθεί τυχαία κοντά στην Αφροδίτη.

Τα χέρια που έλειπαν δηλαδή, έλειπαν εξαρχής και γι’ αυτό το σχέδιο του Βουτιέ που έγινε επί τόπου, παριστάνει την Αφροδίτη ακρωτηριασμένη από την πρώτη στιγμή[4]. Κι αυτά που βρέθηκαν όμως δεν αξιοποιήθηκαν σωστά, επειδή οι περισσότεροι θεώρησαν ότι ανήκαν σε άλλη εποχή ή έργο. Έτσι παρότι βρέθηκαν στην ανασκαφή και περισυνελέγησαν, όταν πάνω στην επεισοδιακή μεταφορά χάθηκαν, δεν αναζητήθηκαν με ιδιαίτερη ζέση. Οι ειδικοί τώρα πια ξέρουν ότι στα ελληνιστικά χρόνια όταν ένα έργο προοριζόταν να φαίνεται από τη μία μεριά, π.χ. τη δεξιά, οι γλύπτες έδιναν βαρύτητα σε αυτή την πλευρά και όχι σε εκείνη που δεν φαινόταν από το κοινό ή που πιθανά καλυπτόταν με ύφασμα. Έτσι ερμηνεύεται σήμερα δηλαδή το κάπως «άτεχνο» αριστερό χέρι της Αφροδίτης που οι Γάλλοι νόμισαν τότε ότι ήταν «άσχετο από το άγαλμα» και το οποίο αναφέρεται ότι κρατούσε μήλο, παραπέμποντας πιθανά στο μήλο του Πάρι.

Η μάχη για την απόκτηση

Η Γέννηση της Δήμητρας

Η Δήμητρα ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Αδερφή της Ήρας, της Εστίας, του Δία και του Ποσειδώνα. Η γέννηση της ακολούθησε την ίδια μοίρα με των αδερφών της. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά τους μόλις γεννιόντουσαν από φόβο μην του πάρουν το θρόνο. Η Ρέα μην αντέχοντας άλλο να χάνει τα παιδιά της, βοήθησε τον μικρότερο, τον Δία, να εκθρονίσει τον Κρόνο με ένα τέχνασμα και να ελευθερώσει τα αδέρφια του από την κοιλιά του πατέρα τους.

Οι έρωτες της Δήμητρας

Η Δήμητρα ήταν θεά που δεν ήταν γνωστή για τους έρωτες της. Ήταν απόμακρη και ακατάδεκτη, γι´αυτό και οι εραστές της ήταν ολιγάριθμοι. Πρώτοι διεκδικητές της υπήρξαν τα αδέρφια της. Πρώτος ο Δίας, μεταμορφώθηκε σε ταύρο για να ζευγαρώσει μαζί της. Μετανιωμένος για την πράξη του ευνούχισε ένα κριάρι και άφησε τα όργανά του στην αγκαλιά της Δήμητρας ως ένδειξη μεταμέλειας. Εκείνη δέχτηκε τη συγγνώμη του και μερικούς μήνες μετά γέννησε τη μονάκριβη κόρη της Περσεφόνη. Ακολούθησε ο έρωτας του Ποσειδώνα για τη θεά. Η Δήμητρα για να γλυτώσει από την πολιορκία του μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε ανάμεσα στα βασιλικά κοπάδια του Όκνιου, γιου του Απόλλωνα. Μόλις ο Ποσειδώνας το αντιλήφθηκε μεταμορφώθηκε σε άλογο και κατάφερε τελικά να ζευγαρώσει μαζί της. Καρποί αυτής της συνεύρεσης ήταν μία κόρη, η Δέσποινα, το όνομα της οποίας δεν έπρεπε ποτέ να προφέρεται, και ένα άλογο με φτερά και μαύρη χαίτη, ο Αρίων. Η οργή της Δήμητρας για τον βιασμό της από τον Ποσειδώνα, της έδωσε το προσωνύμιο Ερινύα. Ο Δίας για να την κατευνάσει έστειλε τις Νύμφες να την λούσουν στον ποταμό Λάδωνα, παίρνοντας έτσι το όνομα Λουσία.

Δήμητρα και Ιασίωνας

Ο τρίτος γνωστός εραστής της Δήμητρας ήταν ένας θνητός, ο Ιασίωνας, τον οποίο η θεά ερωτεύτηκε παράφορα. Υπάρχουν δύο εκδοχές για τη γνωριμία τους. Η πρώτη τους θέλει να γνωρίζονται στους γάμους του Κάδμου και της Αρμονίας. Η δεύτερη και επικρατέστερη, στην Κρήτη, στο βουνό Ίδη όπου ο Ιασίωνας κυνηγούσε. Και οι δύο εκδοχές πάντως καταλήγουν στην ερωτική συνεύρεση της θεάς και του θνητού σε έναν αγρό που είχε οργωθεί τρεις φορές. Λίγο καιρό μετά η θεά γέννησε τον Πλούτο που χάριζε στους ανθρώπους πλούτη και αφθονία.

Δήμητρα και Περσεφόνη

Η Δήμητρα και η κόρη της Περσεφόνη ήταν οι κεντρικοί χαρακτήρες στα Ελευσίνια μυστήρια και πιθανότατα ήταν θεότητες που λατρευόντουσαν πριν από το Δωδεκάθεο. Σε αρκετές περιπτώσεις οι δύο θεότητες συγχέονται ή θεωρούνται μια θεά με δύο πρόσωπα. Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα θεό του Άδη, είχε ως αποτέλεσμα τον μαρασμό της Δήμητρας. Εγκατέλειψε τον Όλυμπο και άρχισε να περιπλανιέται μαυροφορεμένη και βουβή ανάμεσα στους ανθρώπους ψάχνοντας την Περσεφόνη. Τα νιάτα και το κάλλος της αντικατέστησαν τα γκρίζα μαλλιά και το πένθος.

Η Δήμητρα Στην Ελευσίνα

Κάποτε έφτασε στην Ελευσίνα και κάθισε κοντά στο Καλλίχορον φρέαρ πάνω σε ένα βράχο που ονομάστηκε αγέλαστος. Εκεί την βρήκαν οι τέσσερις κόρες του βασιλιά Κελεού. Η Δήμητρα δεν αποκάλυψε τη θεϊκή της ταυτότητα λέγοντας τους ότι ερχόταν από την Κρήτη και είχε ξεφύγει από πειρατές. Οι κοπέλες την πληροφόρησαν πως οι γονείς τους λόγω γήρατος δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ανατροφή του νεογέννητου γιου τους Δημοφώντα. Η Δήμητρα δέχτηκε να αναλάβει εκείνη την ανατροφή του βρέφους και υποσχέθηκε ότι το παιδί θα μεγαλώσει χωρίς να αρρωστήσει ποτέ. Φτάνοντας στο παλάτι η θεά παρουσιάστηκε στη σύζυγο του Κελεού, Μετάνειρα. Η αίθουσα φωτίστηκε από ένα δυνατό φως, γεγονός που γέμισε τη Μετάνειρα με δέος για την άγνωστη γρια και της παραχώρησε το θρόνο της. Η Δήμητρα αρνήθηκε και κάθισε βουβή και αγέλαστη δίπλα στο θρόνο αρνούμενη να φάει οτιδήποτε. Μόνο τα αστεία και τα τραγούδια μιας υπηρέτριας, της Ιάμβης, κατάφεραν να την κάνουν να γελάσει. Έτσι σύμφωνα με το μύθο δημιουργήθηκε το ιαμβικό μέτρο.

Η Δήμητρα ανέλαβε το μεγάλωμα του Δημοφώντα και αποφάσισε να κάνει το παιδί αθάνατο. Του άλειφε το κορμί με αμβροσία και το βράδυ τον έβαζε μέσα σε φωτιά για να καούν τα θνητά του μέλη. Όταν η Μετάνειρα είδε τυχαία τις περίεργες μεθόδους της Δήμητρας άρπαξε το γιό της από τα χέρια της και άρχισε να απειλεί τη θεά. Η Δήμητρα εξοργίστηκε και φανέρωσε την πραγματική της ταυτότητα. Διέταξε τον Κελεό να χτίσει ναό με βωμό πάνω στο Καλλίχορον και απομονώθηκε εκεί θρηνώντας για την κόρη της. Δίδαξε στους γιους του Κελεού, Τριπτόλεμο, Διοκλή και Εύμολπο να τελούν τα Ελευσίνια Μυστήρια. Η θλίψη και η οργή για την αρπαγή της Περσεφόνης την οδήγησε στην απόφαση να μην αφήσει κανένα σπόρο να φυτρώσει πάνω στη γη. Η ανθρωπότητα άρχισε να μαστίζεται από λιμό και ο Δίας αποφάσισε πως ήταν καιρός να επέμβει. Έστειλε αρχικά την Ίριδα και μετά διαδοχικά πολλούς θεούς με δώρα για να την πείσει να αφήσει τη γη να καρπίσει και η ίδια να επιστρέψει στον Όλυμπο. Η Δήμητρα όμως απαιτούσε την επιστροφή της Περσεφόνης. Έτσι ο Δίας έστειλε στον Άδη τον Ερμή διατάζοντας τον Πλούτωνα να αφήσει ελεύθερη την Κόρη. Ο Πλούτωνας υπάκουσε αφού πρώτα έδωσε στην Περσεφόνη να φάει έξι σπυριά ροδιού για να τη δέσει για πάντα με τον Κάτω Κόσμο. Η Περσεφόνη γύρισε στη Δήμητρα και η θεά άφησε τη γη να βλαστήσει. Από τότε η Περσεφόνη περνούσε στον Άδη έξι μήνες και τους υπόλοιπους με τη μητέρα της στον Όλυμπο.

Μικρά και Μεγάλα Ελευσίνια

Τα Μικρά Ελευσίνια ή Ελευσίνια της Άγρας, (από την περιοχή της Αθήνας Άγρα όπου ετελούντο), γινόντουσαν το μήνα Ανθεστηριώνας|Ανθεστηριώνα, δηλαδή μέσα Φλεβάρη με μέσα Μάρτη, όταν η Περσεφόνη ανέβαινε στη μητέρα της από τον Άδη. Ήταν στην ουσία προετοιμασία και εξαγνισμός για τα Μεγάλα Ελευσίνια. Σύμφωνα με το μύθο ιδρύθηκαν από τη Δήμητρα για τον εξαγνισμό του Ηρακλή από τους φόνους των Κενταύρων, όταν ο ήρωας εξέφρασε την επιθυμία να συμμετάσχει στα Μεγάλα Ελευσίνια. Τα Μεγάλα Ελευσίνια γινόντουσαν το μήνα Βοηδρομιώνας|Βοηδρονιώνα,δηλαδή μέσα Αυγούστου με μέσα Σεπτέμβρη, όταν η Περσεφόνη επέστρεφε στον Πλούτωνα.

Θεσμοφόρια

Η μεγαλύτερη γιορτή που γινόταν προς τιμήν της Δήμητρας ήταν τα Θεσμοφόρια, το μήνα Πυανεψιώνα, δηλαδή μέσα Σεπτεμβρίου με μέσα Οκτωβρίου, την εποχή της σποράς. Τελούντο σε όλη την Ελλάδα και ήταν γιορτή που συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυναίκες. Όσο διαρκούσαν τα Θεσμοφόρια οι γυναίκες απείχαν από σαρκικές απολαύσεις, νήστευαν και αντάλλασσαν μεταξύ τους άσεμνα αστεία, πιθανώς προς τιμήν των αστείων της Ιάμβης που έκανε τη Δήμητρα να γελάσει. Η γιορτή ολοκληρωνόταν με τα Καλλιγένεια όπου οι γυναίκες γλεντούσαν. Από τη γιορτή των Θεσμοφορίων αποδόθηκαν στη Δήμητρα τα ονόματα Θεσμοφόρος και Καλλιγένεια.

Σύμβολα της Δήμητρας

Σύμβολα της Δήμητρας ήταν οι γερανοί, το στάχυ, ο νάρκισσος, η μυρτιά και ο κρόκος. Οι μέλισσες θεωρούντο ιέρειες της και στις θυσίες προς τιμήν της προσέφεραν ταύρους, μοσχάρια και μέλι.

Προσωνύμια της Δήμητρας

Πριν το όργωμα οι αγρότες θυσίαζαν στην Προηροσία Δήμητρα, στο θερισμό στην Δρεπανηφόρον, στο αλώνισμα στην Αλωάδα και την άνοιξη στη Δήμητρα Χλόην. Άλλα ονόματα που της απέδιδαν είναι Ιουλώ, Αγλαόκαρπος, Σιτώ, Πολύκαρπος, Σπερμία, Σταχυοτρόφος και Φιλόπυρος.

Εκτός από τη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου σημαντικές πηγές όπου αναφέρεται η Δήμητρα είναι οι Ομηρικοί Ύμνοι που αναφέρονται σε αυτήν, ο Ησίοδος με τη Θεογονία του και ο Παυσανίας.

Το όνομά της προέρχεται από το Δη (δωρικό τύπο του Γη) και το μήτηρ και σημαίνει μητέρα γη.